Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

(Ανθολόγιο ποιημάτων από τη συλλογή Στο φως και στο σκοτάδι 1981)

ΠΟΥΛΙΑ

Μη θανατώνετε τα πουλιά
Όταν γλυκολαλούνε στα πράσινα δέντρα νωρίς την άνοιξη
Όταν ανοίγουνε τα φτερά τους και ταξιδεύουν στη λιόχαρη μέρα
Το σκορπισμένο αίμα
που χύνεται και μένει νωπό στον κόρφο της ιστορίας
τραβάει κοντά του μονάχα θεριά.
Τα πουλιά που γεννήθηκαν Λεύτερα
θέλουν να κατοικήσουν στους ουρανούς.
Να χτίσουν φωλιές μέσα σε λιόχαρα δάση
και να υμνήσουν με το τραγούδι τους
την άσπιλη ομορφιά της ζωής.
Αγριολούλουδα κρεμασμένα απ τα λευκά τους φτερά
αγρυπνάνε στο φύσημα του ανέμου
κι απλώνουν τριγύρω τoυς το γλυκό άρωμα τους.
Ράμφη που φτιάχτηκαν μόνον για να υμνούνε
σωριάζουν τη μουσική τους πάνω στους βάλτους
και πάνω στα πληγωμένα κορμιά.
Ταξιδεύοντας μέσα σε βροχερά βασιλέματα
και συννεφιασμένες ανατολές θα γυμνώσουν τον κόσμο
από τη βρώμικη φορεσιά του
και θα τον ντύσουν τη γιορτινή,
τη χαρούμενη, την απλή φορεσιά της αγνότητας.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΑΜΟΥ

Μέσα στο σπίτι που με χωρίζει απ΄ τη μέρα
γυρεύω τις λάμψεις.
Μεγάλα παράθυρα ανοιχτά για να μπει η ανάσα του ήλιου.
Μεγάλοι καθρέφτες για να μου δείξουν τις λάμψεις.
Κάτω απ τη στέγη που μού ΄κλεψε τη βροχή
δίπλα στους τσιμεντένιους κι ασήμαντους τοίχους προσμένω.
Μα η ανάσα του ήλιου δεν μπαίνει
κι οι λάμψεις απλώνονται έξω και μέσα σιωπή
Γαλήνη που σβήνει τη σάρκα, το αίσθημα, τη φωνή
Βαρέθηκαν οι κουρτίνες να περιμένουν το χάδι του άνεμου.
Βαρέθηκαν τα πορτραίτα να δείχνουν τις ίδιες εικόνες.
Βαρέθηκα να ακούω την ίδια σιωπή.
Να βλέπω τα ίδια βουβά αντικείμενα.
Μακριά στα περβόλια της φύσης
ακούγονται οι μεγάλες φωνές των παιδιών
το τιτίβισμα των πουλιών.
Απ’ τη δημσιά φτάνει ο θόρυβος των αυτοκίνητων.
Πρέπει να φύγω να βγω επιτέλους από τούτο το έρημο σπίτι
να τρέξω κοντά τους.
Πρέπει. Μα είναι αργά.
Μ’ έχουνε κλείσει οι πέτρινοι τοίχοι.
Το σπίτι που έχτισα για να βρω τη ζωή
μού ΄κλεψε και την τελευταία πνοή της.

ΟΑΣΗ

Σε μιαν όαση μυστική
προφυλαγμένη απ΄ το βοριά και το λίβα
ακούμπησα μεσημέρι τη μεγάλη πέτρα
και ήπια νερό τραγουδώντας.
Δεν έχει λοιπόν άλλο δρόμο απ΄ την αγάπη.

ΑΓΩΝΙΑ

Στεγνώνει μέσα μου το πλατύ ποτάμι
κι η εύφορη κοιλάδα που νανούρισε τις μέρες μου
την εποχή του θερισμού
σκεπάζεται απ΄ την άμμο της αγωνίας
καθώς τα πουλιά που μεγάλωσα
σέρνοντας τις σπασμένες φτερούγες τους
μισεύουνε προς τη Λησμονιά.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Ίσκιοι της μέρας και μορφές του ανέμου μες στο φως
κι ανήσυχα παιδιά που παίζουνε με χέρια βρώμικα κι άσπρες καρδιές.
Η σοβαρή γαλήνη των δέντρων αράγιστη μες στη νηνεμία.
Άσπρο πανί δεμένο σε ψηλό κατάρτι
το σεντόνι που στεγνώνει στην αυλή
και το μπαλκόνι γέφυρα της μέρας.
Όλο κινάμε για μακρύ ταξίδι
και πάντα εδώ γυρίζουμε
μοιράζοντας την καρδιά μας σαν ώριμο μήλο
στ΄ ανήσυχα παιδιά, στους κήπους, στους ανέμους και στα δέντρα.

ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ

Γεννήθηκα σήμερα με τη λάμψη της αστραπής.
Τα μάτια μου αγάπησαν τη δύναμη του κεραυνού
μα τα καμένα δέντρα μουτζούρωσαν τα πόδια μου.
Χώνω τα χέρια μου στα πηχτά σύννεφα
και μαδώ τα λουλούδια του παράδεισου.
Το αίμα είναι η πληρωμή της αμαρτίας
που με γέννησε και είναι κόκκινο.
Δεν σου χρωστάω δέντρο μου άλλο καρπό λουλούδι μου άλλο αίμα.
Μα μου χρωστάτε τη ζωή
όταν θα σβήσει η αστραπή
και γίνει η δύναμη του κεραυνού απαλό γαλάζιο.

ΑΤΙΤΛΟ

Φρούτο του δέντρου που σαγήνεψε τη μέρα
Σώμα του βράχου που συντρίφτηκε ο βοριάς
Χιόνι λευκό στις στέγες των καμπαναριών της άνοιξης
Με τη φλογέρα του Αύγουστου στο στόμα μεθυσμένε τζίτζικα
Ποτάμι σιωπηλό στην κοίτη του φθινόπωρου
Κορίτσι μόνο
Κλέβω τα χρώματα απ΄ της ζωής τον κήπο
Κλέβω την όραση τη γεύση τη μιλιά
Είμαι μονάχος κι είναι ο κόσμος όλος
Ο όμορφος δημιουργός ο μέγας καταλύτης

ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ
Ι
Σμιλεύω την τραχιά πέτρα με το σφυρί του έρωτα
κι όλα τα σχήματα του πόνου
αρμόζουν την έκφρασή τους στα μάτια μου.

ΙΙ

Γύμνωσα την επιθυμία ως τη σιωπή
κι η αγωνία πήρε τη λάμψη της χαράς
Πως θα ΄χεις γίνει έπειτ΄ από της άνοιξης τη θλίψη
έρωτας του καλοκαιριού
σώμα γλυκό του πόνου.

VII ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΑΜΥΘI

Μίλησα πάλι με την άγνωστη νεράιδα που δεν ξέρει
γιατί δακρύζει ο ήλιος σαν περνούν
καβάλα στο Νοτιά τα μαύρα σύννεφα.
Κι έχει στην τσέπη της μια μακρινή κίτρινη αστραπή
κι ένα αστεράκι.
κι έχει στο στήθος της μια θάλασσα πουλιά.
Παίδευε τη φωτιά μέσα στα μάτια της.
Έκρυβε την εξομολόγηση στα λόγια
κι έλιωνε στην ανάσα της το χιόνι το παλιό του φόβου.
Κι έτσι με την κουβέντα το φεγγάρι
Πήρε κι ανέτειλε στον ήσυχο ουρανό.
Φώτισε τις κρυφές γωνιές με καλοσύνη.
Έκαμε τις σκιές καλές κι αγαπημένες
Πήρε τη λύπη μου.
Πήρε τα χέρια μου γυμνά.
Πήρε τον πόνο.
Και χάθηκε χαράζοντας τη μορφή της
μες στον καθρέφτη που κοιτάζομαι
και βλέπω το σκοτάδι.

ΧII ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Όταν σωπάσει ο άνεμος
κι η μουσική βυθίσει στο σκοτάδι
μέσα στους κήπους των κωφάλαλων
θα βγει να κελαηδήσει
μόνο του το τυφλό πουλί του πόνου
κι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο σου θ’ ανατείλει
κρυφά η εξομολόγηση σαν άστρο.
Δίπλα μου μες στα κύματα της νύχτας.
Μέσα μου μες στ’ αγκάθια της σιωπής.
Παντού στην ερημία του κόσμου.
Λησμονημένα λόγια
Ηδονές
Παράξενα τραγούδια.
Αν με γυρέψεις θα΄χω γίνει δέντρο
πηγή και φως της χαραυγής κι αγέρας μεθυσμένος.
Στης αγωνίας τη θάλασσα λευκό πανί που κινδυνεύει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου