Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Το διήγημα βραβεύτηκε στο διαγωνισμό του diavaseme.gr και δημοσιεύτηκε στη συλλογή 19 καινούργια βήματα εκδόσεις ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ


                                                            
                                                                           
 Εκείνο το πρωί ξύπνησε χαρούμενη. Μια σίγουρη ελπίδα μια τρυφερή αγαλλίαση είχε μπει μέσα στην ψυχή της και την έκανε να νιώθει δυνατή και ανάλαφρη λες και ξαφνικά το σώμα της είχε ξυπνήσει από μακρόχρονη νάρκη. Έφερε ένα γύρο το βλέμμα της στα παλιά έπιπλα, στους ξεθωριασμένους τοίχους, στις σκούρες κουρτίνες που κρύβανε τα παράθυρα και το σπίτι της φάνηκε σαν απολιθωμένο. Μόλις τώρα συνειδητοποίησε πως η φθορά του χρόνου, όσο κι αν προσπάθησε να την αποφύγει με την απομόνωση, ήταν εκεί και έδειχνε αφτιασίδωτο το πρόσωπό της. Πήγε και στάθηκε μπροστά στη ντουλάπα με τον μεγάλο καθρέφτη που τον είχε σκεπάσει μ΄ ένα λευκό σεντόνι.  Με χέρια που έτρεμαν ελαφρά τράβηξε αργά το σεντόνι και κοίταξε το είδωλό της που διαγραφόταν μέσα στο ξεφτισμένο γυαλί. «Ώστε δεν γέρασε μόνο το σπίτι» συλλογίστηκε με κάποια ταραχή κι έμεινε έτσι για λίγο προσπαθώντας να συνηθίσει την καινούργια εικόνα του εαυτού της, ενώ συνάμα δοκίμασε να νικήσει το δυσάρεστο ξάφνιασμα μ΄ ένα χαμόγελο που σχηματίστηκε αδέξια στο ρυτιδωμένο πρόσωπό της, καθώς σκεφτόταν  πως και κείνος θα ΄χε τώρα τις ρυτίδες του και ίσως να του είχαν πέσει λίγο και τα μαλλιά. Την περίμενε όμως πολλή δουλειά κι έτσι άφησε κατά μέρος τα ονειροπολήματα. Έπρεπε να ετοιμάσει το σπίτι για την υποδοχή. Ήταν τόση η βιασύνη της που δεν στάθηκε να ψήσει ούτε καφέ.
Κατά τις έντεκα ακούμπησε αποκαμωμένη σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι σφουγγίζοντας μ΄ ένα μαντίλι τις σταγόνες του ιδρώτα που κυλούσαν στο μέτωπό της˙ ωστόσο το σπίτι είχε γίνει αγνώριστο. Χαμογέλασε. «Θα ΄ναι σαν να βγήκε τη μέρα της γιορτής του να πάρει τσιγάρα από το περίπτερο της γειτονιάς και όπου να ΄ναι θα γυρίσει» είπε δυνατά σαν να μιλούσε σε κάποια φίλη της στο άλλο δωμάτιο. Το τηλεγράφημα που έλαβε χθες το έγραφε καθαρά. «Επιστρέφω αύριο, ώρα…». Μα τι ώρα έγραφε; Προσπάθησε να θυμηθεί! Έξι ή εφτά; Η ταραχή που της προκάλεσε η ξαφνική χαρά την έκανε να μην προσέξει καλά την ώρα της άφιξής του Έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα να βρει το τηλεγράφημα. Το είχε αφήσει πάνω στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι προτού κοιμηθεί βυθισμένη στο πιο γλυκό όνειρο της ζωής της. Μα δεν το βρήκε. Πάνω στο κομοδίνο της χαμογελούσε η φωτογραφία του μέσα στην ξύλινη σκαλιστή κορνίζα που του είχε κάνει δώρο στην τελευταία επέτειο του γάμου τους που γιόρτασαν μαζί προτού έρθουν ένα βράδυ οι χωροφύλακες και τον πάρουν αλυσοδεμένο γιατί είχανε μάθει, λέει, ότι ήθελε να καταστρέψει την οικογένεια, την κοινωνία και την τάξη του κόσμου. Μετά έμαθε πως κατάφερε να δραπετεύσει και έφυγε κυνηγημένος για κάποια ξένη χώρα. Από τότε δεν είχε πάρει νέα του, ώσπου έφτασε χτες βράδυ αυτό το τηλεγράφημα για να σημάνει το τέλος της μοναξιάς και της καρτερίας της. Έψαξε απεγνωσμένα όλο το δωμάτιο μα το τηλεγράφημα είχε γίνει άφαντο, σαν να το άρπαξε κάποιο αόρατο χέρι ή σαν μην είχε υπάρξει ποτέ. Εκείνος εξακoλoυθoύσε να της χαμογελάει μέσα από την κoρνίζα του κι όταν  τον κοίταζε με αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια, σα να της μίλησε δίχως ταραχή, ήρεμα και με καλοσύνη.
"Μην πανικoβάλλεσαι  Eλένη! Δεν έχει σημασία η ώρα, αλλά η επιστροφή.Το ότι θα είμαστε πάλι μαζί όπως τότε ακέραιοι και ζωντανοί. Μην κάνεις λοιπόν έτσι! Μόνο κoίταξε να μου έχεις ετοιμάσει το αγαπημένο μου φαγητό και να΄ χεις βάλει κόκκινα τριαντάφυλλα στο τραπέζι".
Μετά απ΄ αυτό ησύχασε κι αφού τακτοποίησε πάλι το δωμάτιο και τα σεντόνια στο κρεβάτι γύρισε στην κουζίνα να ψήσει έναν καφέ και να ξεκουραστεί. Πρώτα όμως, επειδή ήθελε να είναι στο σταθμό, όταν θα έφτανε, πήρε ένα τηλέφωνο για να μάθει τι ώρα θα ερχόταν το τρένο. Της είπαν στις έξη κι όλα τακτοποιήθηκαν στην ανήσυχη ψυχή της.
Αφού ήπιε τον καφέ της συνέχισε τις προετοιμασίες. σιγoσφυρίζoντας παλιά αγαπημένα τραγούδια. Έβαλε όλη την τέχνη και την ικανότητά της για να μαγειρέψει. το φαγητό που του άρεσε κι αφού τελείωσε, άρχισε να στρώνει με επισημότητα το τραπέζι στην τραπεζαρία. Το χειροποίητο τραπεζομάντιλο με τα χρυσά κεντίδια που παρίσταναν κάτι παράξεvα πουλιά της μακρινής Ανατολής, τα ακριβά πορσελάνινα πιάτα, τα επάργυρα μαχαιροπήρουνα και τα κρυστάλλινα ποτήρια για το καλό κόκκινο κρασί, όλα δώρα συγγενών και φίλων για το γάμο τoυς, πήραν με τη σειρά τη θέση τους πάνω στο τραπέζι. Μετά βγήκε στην αυλή της κι έκοψε απ' τη μεγάλη τριανταφυλλιά, το μόνο λουλούδι που καλλιεργούσε, τρία μεγάλα κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Τα έβαλε στο βάζο και το ακούμπησε στη μέση του τραπεζιού. ‘Όλα είχαν γίνει όπως του άρεσε, με αγάπη και φροντίδα. Τώρα απόμενε μόνο να ετοιμαστεί και η ίδια. Φόρεσε το καλό τη φόρεμα, δικό του δώρο, που το είχε από το πρωί έξω για να ξεμυρίσει απ΄ τη ναφθαλίνη και χτένισε τα μαλλιά της κότσο, γιατί της πήγαινε πολύ αυτό το χτένισμα. "κάνε κότσο τα μαλλιά σου, να φανεί η αρχοντιά σου" συνήθιζε να της λέει, όταν στολιζόταν για να πάνε σε κάποια φιλική γιορτή ή να βγουν έξω να διασκεδάσουν.
Αφού ετοιμάστηκε έριξε μια ματιά στον καθρέφτη της και χαμογέλασε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα. Είχε πλέον συμφιλιωθεί με την εικόνα του εαυτού της, έτσι όπως την είχε φτιάξει ο χρόνος. "Δεν είμαι δα και κανένα κοριτσόπουλο" σκέφτηκε κι αμέσως ένιωσε σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Το κουδούνισμα του ρολογιού την έκανε να τιναχτεί ξαφνιασμένη. Είχε βάλει το ξυπνητήρι να χτυπήσει στις πέντε και απόρησε πως πέρασε τόσο γρήγορα η ώρα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά στο στήθoς της. Με χέρια που έτρεμαν ελαφρά έφτιαξε λίγo τα μαλλιά της, όχι ότι ήθελαν φτιάξιμο, αλλά το έκανε έτσι από συνήθεια, πήρε την τσάντα της κι έτρεξε στη στάση του λεωφορείoυ. Έφτασε στο σταθμό λίγο πριν τις έξι κι ανέβαινε τις σκάλες για να βγει στην προβλήτα, όταν τα μεγάφωνα ανήγγειλαν «η αμαξοστοιχία 307 από το εξωτερικό εισέρχεται εντός ολίγων λεπτών στο σταθμό μας». Έφτασε επάνω λαχανιασμένη και καθώς το τρένο δεν είχε φανεί ακόμα, "εντός ολίγων λεπτών" είπε το μεγάφωνο, κάθισε σ΄ ένα παγκάκι να πάρει μιαν ανάσα. Σε λίγο ακούστηκε ένα μακρόσυρτο σφύριγμα κι ένας θόρυβος που συνέχεια μεγάλωνε. Σηκώθηκε. Το τρένο έμπαινε στο σταθμό κόβοντας ταχύτητα και κάνοντας τη γη να τρέμει ή μήπως ήταν τα πόδια της που έτρεμαν; Σταμάτησε μπρoστά της και μόλις άνοιξαv οι πόρτες ένα πολύχρωμο πλήθος ξεxύθηκε από μέσα. Αλητοτουρίστες με βρώμικα ρούχα και ταξιδιωτικούς σάκους στην πλάτη σαν σαμάρια, φοιτητές με εφημερίδες στα χέρια και βαλίτσες, oικoγένειες με παιδιά που φώναζαν στριγγλιάρικα. Κάπου ανάμεσα τους μοναχικός και περήφανος θα ήταν κι αυτός και θα κοίταζε ανυπόμονα τριγύρω του για να τη δει. Κι αυτή πήγαινε πάνω κάτω ανάμεσα στο πλήθος προσπαθώντας να τον αναγνωρίσει. Σιγά- σιγά ο σταθμός άδειασε ο κόσμος έφευγε από τις εξόδους. Tελευταίo έφυγε ένα ζευγάρι νέων αγκαλιασμένο κι έμεινε μόνη της. Αυτή, το άδειο τρένο και οι εργάτες που δούλευαν στις γραμμές. "Ώστε δεν ήρθε! γιατί όμως; Έμεινε λίγο ακίνητη πρoσπαθώντας να βρει μια ελπιδοφόρα απάντηση σ' αυτή την αμείλικτη ερώτηση και τη βρήκε. «Το λεωφορείο» φώναξε «ήρθε με το λεωφορείο» και κουτρουβάλησε τις σκάλες κινδυνεύοντας να τσακιστεί για να πάει στο μέρος που σταθμεύουν τα λεωφορεία.
Και η αλήθεια ήταν πως ένα λεωφoρείo είχε φτάσει στις έξι από το εξωτερικό, αλλά ο κόσμος εν τω μεταξύ είχε φύγει. «Δεν με είδε και έφυγε για το σπίτι μόνος του, πρέπει να τον προλάβω».
Πήρε ένα ταξί κι αφού επιτέλoυς κατάφερε να πει στον ταξιτζή τη διεύθυνση και να τον παρακαλέσει να κάνει όσο μπορούσε πιο γρήγορα, προσπάθησε να ηρεμήσει. Θα τον εύρισκε στο κατώφλι τoυ σπιτιού να χτυπάει το κουδούνι και να περιμένει ν' ανoίξει n πόρτα. Θα πλησίαζε αθόρυβα κι όπως εκείνος δε θα πρόσεχε πίσω του, θα του έκλεινε τα μάτια με τις παλάμες της και… «Φτάσαμε κυρία!» την ξάφνιασε ο ταξιτζής. Πλήρωσε τον οδηγό, κατέβηκε από το ταξί και πλησίασε αργά, έβγαλε το κεφάλι της από τη γωνία για να κoιτάξει την είσοδο και δεν είδε κανέναν. Ξεκλείδωσε την πόρτα, μπήκε μέσα κι έπεσε βαριά σε μια πολυθρόνα. «Μα γιατί δεν ήρθε, γιατί!» ρωτούσε και ξαναρωτoύσε μα αυτή τη φορά δεν μπορούσε να βρει απάντηση, ώσπου θυμήθηκε το πρωινό επεισόδιο με το τηλεγράφημα, το μπέρδεμα της ώρας. «Μα ναι! βέβαια! Θα ήταν για τις εφτά και όχι για τις έξη. Κάθε μια ώρα έρχεται λεωφορείο από το εξωτερικό, έτσι μου είπε ο υπάλληλος του σταθμού όταν τον ρώτησα». Τώρα όμως δεν προλάβαινε να πάει πάλι στο σταθμό. Θα του εξηγoύσε και κείνος θα καταλάβαινε και θα τη συγχωρούσε που δεν θα τον περίμενε εκεί.
«Nαι! καλύτερα εδώ στο σπίτι μας, από δω που τoν πήραν μέσα από τα xέρια μου, εδώ να τον ξανασφίξω στην αγκαλιά μου και να τον υποδεχτώ».
Τικ-τακ, τικ-τακ το ρολόι κλωτσούσε τα λεπτά στην άβυσσο του παρελθόντος, η ώρα περνούσε.
«Πρέπει να σερβίρω το φαγητό και να βάλω κρασί στα ποτήρια, θα ναι κoυρασμένoς από το ταξίδι και πρέπει να φάει και να πιει» ψιθύρισε σα μάνα που νoιάζεται για το παιδί της.
Αφού τελείωσε κoίταξε πάλι το ρολόι. ο μικρός δείκτης σημάδευε το εφτά και ο μεγάλος προσπερνούσε αργά το δώδεκα. Μια ολοκληρωτική και παντοδύναμη γαλήνη την κυρίεψε τότε. Μια απρόσβλητη βεβαιότητα στερέωσε τα πόδια της κι έκανε την καρδιά της να ξαναβρεί κανονικό της ρυθμό. Τα χέρια της δεν έτρεμαν πια  και η σκέψη της ήταν ξάστερη σαν το νερό της λίμνης που καθρεφτίζει τον ουρανό και τον ήλιο.
«Είναι στο δρόμο, έρχεται, κανείς δεν μπορεί να τον εμποδίσει να έρθει κοντά μου και κανείς δεν μπoρεί πια να τον πάρει από μένα».
Δυνατά και επίμoνα χτυπήματα στην πόρτα πυροδότησαv το κορμί της. Γύρισε το πόμολο και άνoιξε. Ένας νέος άντρας αλαφιασμένος και ιδρωμένος γέμισε ίσαμε πάνω την είσοδο του σπιτιού.
-Ήρθες επιτέλους! ψιθύρισε συγκινημένη κι έγειρε το κεφάλι της στο στήθος του. Eκείνoς την παραμέρισε μαλακά και μπήκε μέσα κλείνοντας βιαστικά την πόρτα.
-Κυρία πρέπει να με κρύψετε της είπε ικετευτικά πιάνοντάς την από τα μπράτσα, με ψάχνουν οι χωροφύλακες, με κυνηγούν...
-Είσαι όμορφος ψηλός και δυνατός όπως τότε συνέχισε εκείνη. Δεν άλλαξες καθόλου. Πώς κατάφερες κι έμεινες έτσι νέoς; Εγώ βλέπεις, έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένη, γέμισα ρυτίδες. Μα έλα! τον έπιασε απ' το χέρι και τον οδήγησε στην τραπεζαρία, το φαγητό θα κρυώσει.
-Μα κυρία με κυνηγούν, επανέλαβε ο νέος άντρας, καθώς τον έβαλε να καθίσει στο τραπέζι μπροστά στο πιάτο με το ζεστό φαΐ, θέλουν να με συλλάβουν.
-Πάνε, πέρασαν αυτά τώρα πια, πρέπει να τα ξεχάσεις. Δεν πρέπει να θυμάσαι το παρελθόν. Από δω και πέρα θα είμαστε πάντα μαζί και κανείς δεν θα μπορεί πια να μας χωρίσει. Ειρήνη! Έχουμε ειρήνη! άρχισε τώρα να τρως και το κρασί είναι γλυκό και παλιό όπως σου αρέσει.
Καινούρια χτυπήματα στην πόρτα, πιο δυνατά και πιο επίμονα έκαναν τον νέο άνδρα να πεταχτεί όρθιος.
Αυτοί είναι, με ανακάλυψαν!
Έκανε να φύγει από την πίσω πόρτα, μα δεν πρόλαβε. Η πόρτα άνοιξε με πάταγο καθώς έσπασε το κρύσταλλο και δυο αστυνομικοί όρμησαν μέσα με τα περίστροφα στο χέρι.
-Ακίνητος φώναξαν και οι δύο μαζί και τα πιστόλια σημάδεψαν ίσια στο στήθος του.
- Αυτός είναι γρύλισε ο ένας και…
-Ναι! Συμπλήρωσε ο άλλος και ετοίμασε τις χειροπέδες.
Αυτή τότε παραμέρισε την καρέκλα της, όρθωσε το κορμί της, μπήκε ανάμεσά τους και όρμησε καταπάνω τους φωνάζοντας.
-Δεν θα σας αφήσω να μου τον πάρετε αυτή τη φορά. Είναι δικός μου και όχι δικός σας.
Έπεσε επάνω τους προσπαθώντας να τους ρίξει στο πάτωμα. Ένα περίστροφο εκπυρσοκρότησε. Τινάχτηκε πίσω και έπεσε στα γόνατα. Αίμα άρχισε να κυλάει από το στήθος της. Οι αστυνομικοί αλληλοκοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι, ενώ ο νέος άνδρας έφευγε από την πόρτα της κουζίνας.
Μας έφυγε! Βλαστήμηξαν και οι δύο κι όρμησαν ξωπίσω του, ενώ η γυναίκα πεσμένη στο πάτωμα κοιτούσε το αίμα της που έτρεχε σαν ρυάκι. Έπιασε λίγο με τη χούφτα της και ψιθυρίζοντας «είναι κόκκινο και γλυκό το κρασί, το είχα φυλάξει για σένα, για να γιορτάσουμε την επιστροφή σου. Δοκίμασέ το θα σου αρέσει» σωριάστηκε στο πάτωμα και έμεινε ακίνητη.
Το φαγητό στο τραπέζι άρχισε να κρυώνει κι ο αέρας που μπήκε απότομα απ΄ τη σπασμένη πόρτα άρπαξε ένα τριαντάφυλλο και το έριξε πάνω στο ματωμένο στήθος της γυναίκας που κειτόταν ακόμα ακίνητη στο πάτωμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου